Facebook
Google+
Αποστολή

Λεξικό


Με αλφαβητική σειρά

Ακύρωση
Η διακοπή του συμβολαίου κατόπιν έγγραφης αίτησης του ασφαλισμένου ή μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του.
Αναλογικός Όρος
Ο αναλογικός όρος εφαρμόζεται στις αποζημιώσεις, στις περιπτώσεις εκείνες που οι ασφαλισμένες αξίες περιουσιακών στοιχείων δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές. Αν π.χ. ασφαλίζεται ένα ακίνητο ή ένα αυτοκίνητο για το 80% της αξίας του (είναι δηλαδή υπασφαλισμένο), τότε σε περίπτωση ζημιάς θα αποζημιωθεί αναλογικά, δηλαδή για το 80% της ζημιάς που υπέστη.
Ανανέωση
Τα ετήσια συμβόλαια ανανεώνονται αυτόματα με τη λήξη της ισχύος τους, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί από την ασφαλιστική εταιρία ή από τον συμβαλλόμενο.
Αντασφάλιση
Η εκχώρηση μέρους των κινδύνων που αναλαμβάνει η Εταιρία προς άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις (αντασφαλιστικές), με σκοπό τη διασπορά των κινδύνων.
Αξία Αντικατάστασης / Καινούργιου
Το ποσό που απαιτείται για την ανακατασκευή, την επισκευή ή αντικατάσταση των ασφαλισμένων αντικειμένων με καινούργια παρεμφερούς τύπου προδιαγραφών και απόδοσης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παλαιότητά τους για τον υπολογισμό της αποζημίωσης.
Αξία Ελευθέρου
Η αξία που αποκτά το ασφαλιστήριο όταν ελευθεροποιείται (βλ. ελευθεροποίηση).
Αξία Εξαγοράς
Το ποσό που υπάρχει στη διάθεση του συμβαλλομένου τη χρονική στιγμή που επιθυμεί να διακόψει το συμβόλαιο. Ο χρόνος κατά τον οποίο εξαρτάται η αξία εξαγοράς ενός συμβολαίου οφείλεται στο είδος του συμβολαίου.
Αξία Πραγματική
Η τρέχουσα αξία που έχει κάθε ασφαλιζόμενο αντικείμενο τη χρονική στιγμή ακριβώς πριν τη ζημιά.
Απαλλαγή
Ποσό που αφαιρείται από τη συνολική αποζημίωση που καταβάλλει η ασφαλιστική Εταιρία. Το ποσό αυτό διαφοροποιείται ανάλογα με τον τύπο ασφάλισης και επιβαρύνεται ο ασφαλισμένος.
Αποζημίωση
(βλ. Ασφάλισμα)
Απώλεια Εισοδήματος (Ασφάλιση της Απώλειας Εισοδήματος)
Αποζημίωση με τη μορφή επιδόματος που παρέχεται στον ασφαλισμένο όταν αυτός κριθεί ανίκανος για εργασία είτε από ατύχημα είτε από ασθένεια (προσωρινά ή μόνιμα).
Αστική Ευθύνη (Κλάδος)
Η ανάληψη της υποχρεωτικής κάλυψης των δαπανών από την ασφαλιστική Eταιρία για την απόκρουση και την ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του ασφαλισμένου, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.
Ασφάλεια Ζωής
Ευρεία κατηγορία ασφαλίσεων στην οποία συμπεριλαμβάνονται ασφαλίσεις ζωής, υγείας, αποταμίευσης, συνταξιοδότησης, προσωπικών ατυχημάτων, απώλειας εισοδήματος, κ.α.
Ασφαλιζόμενο Αντικείμενο
Αυτό που ασφαλίζεται.
Ασφάλιση Απαλλαγής Πληρωμών Ασφαλίστρων Λόγω Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας
Η Εταιρία απαλλάσει τον ασφαλισμένο από την πληρωμή των ασφαλίστρων σε περίπτωση που αυτός λόγω ατυχήματος ή ασθένειας μείνει μόνιμα ολικά ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματός του κατά τη διάρκεια ισχύος της βασικής ασφάλισης. Η ασφάλιση αυτή λήγει στο 65ο έτος του ασφαλισμένου ή κατά τη λήξη της βασικής ασφάλισης, εφόσον αυτή προηγείται.
Ασφάλιση Συνταξιοδότησης
Η Εταιρία αναλαμβάνει να καταβάλλει στον ασφαλισμένο ισόβια μηνιαία σύνταξη ή εφάπαξ ποσό με τη λήξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ανάλογα με την επιλογή του ασφαλισμένου, κατά τη λήξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Εάν ο ασφαλισμένος αποβιώσει πριν τη λήξη της ασφάλισης, η Εταιρία επιστρέφει στους δικαιούχους το σύνολο των καθαρών εισπραχθέντων ασφαλίστρων μαζί με τα συσσωρευμένα μερίσματα.
Ασφάλισμα (αποζημίωση)
Tο ποσό που κατά περίπτωση και ανάλογα με το είδος ασφαλιστηρίου συμβολαίου είναι υποχρεωμένη να καταβάλει η ασφαλιστική Εταιρία ως αποζημίωση σε περίπτωση ατυχήματος, ασθένειας ή ζημιάς.
Ασφαλισμένο Ποσό (ή Ασφαλισμένο Κεφάλαιο ή Ασφαλιστική Αξία)
Το ποσό μέχρι του οποίου κατ΄ανώτατο όριο ευθύνεται η Εταιρία σε περίπτωση επέλευσης ασφαλισμένου κινδύνου, προκειμένου να αποκαταστήσει τη ζημιά.
Ασφαλισμένος / Ασφαλιζόμενος
Tο πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται η ασφαλιστική κάλυψη και που κατονομάζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο
Tο έγγραφο το οποίο κατοχυρώνει την ασφάλιση, περιέχει τα εξατομικευμένα στοιχεία της ασφάλισης και φέρει την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της Εταιρίας.
Ασφαλιστική Ηλικία
Η ηλικία που έχει ο ασφαλισμένος κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του συμβολαίου του.
Ασφαλιστικό Έτος
Κάθε ετήσια περίοδος που αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Ασφαλιστικό Συμφέρον
Το έννομο συμφέρον του ασφαλισμένου για το αντικείμενο ασφάλισης. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη ασφάλισης.
Ασφαλιστικός Κίνδυνος (ή Ασφαλισμένος Κίνδυνος ή Καλυπτόμενος Κίνδυνος)
Η δυνατότητα επέλευσης ζημιογόνου γεγονότος έναντι του οποίου ασφαλίζεται κανείς. Η πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου γεννά την υποχρέωση της Εταιρίας για αποζημίωση.
Ασφαλιστικός Πράκτορας
(βλ. Διαμεσολαβητής)
Ασφαλιστικός Σύμβουλος / Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος
(βλ. Διαμεσολαβητής)
Ασφάλιστρο
Το χρηματικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλλει ο ασφαλισμένος στην ασφαλιστική Εταιρία, ως αντίτιμο για την παροχή προς αυτόν ασφαλιστικής προστασίας.
Ατύχημα
Περιστατικό που οφείλεται σε αιφνίδια, βίαιη, τυχαία αιτία, ανεξάρτητη από τη θέληση του ασφαλισμένου και προκαλεί σε αυτόν σωματικές ή υλικές βλάβες.

Αρχή της σελίδας

Αποστολή

Σκέφτεστε...

Επικοινωνήστε μαζί μας

Τ: 210 329 5111
F: 210 323 9135
Ε-mail: info@groupama.gr
Δίκτυο: Γραφεία Πωλήσεων


Η Groupama Ασφαλιστική είναι θυγατρική του Ομίλου Groupama, ο οποίος συνδυάζει ασφαλιστικές, τραπεζικές και χρηματοοικονομικές δραστηριότητες σε 12 χώρες, στηριζόμενος σε πολυδιάστατα δίκτυα διανομής για την εξυπηρέτηση των 13 εκατομμυρίων πελατών του.